Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009
Οι Κύκλοι
κάπου εδώ, κάπου στον χρόνο
Ο Νοέμβρης υγρός ανάβει κεριά στο τροπικό δωμάτιο
Άγρυπνος χάρη σε φλόγες ταπεινές, ακούραστες ψυχές, υπηρέτες του Ιανού
χαρτιά που καίγονται πριν την χαραυγή
Ίσως να πιω μονομιάς τη γλυκιά θάλασσα του αψεντιού
ίσως, ό, τι έβαλα στην άκρη στοιχίζεται, συντίθεται
πραγματοποιείται τόσο όμορφα, ολάκερα …
Αυτή η μικρή απόλαυση να κατοικώ στα μάτια κάποιου,
η θολή πνοή ενός χειμώνα που ζωγραφίζει το χθόνιο
μακριά απ’ τις βαριές του θύρες
Ενα νυχτερινό, ζεστό κολύμπι
στον υπόγειο μαγικό κόσμο θνητών μορφωμάτων
ένα μεθύσι, μια μοιρασιά άδουλης βροχής δακρύων, αναζήτησης
ένα νόμισμα ανήσυχο με όψεις ερωτευμένες, πληρωμένες
ο λόγος που λανθάνω εδώ, κάτω απ’ τη σκόνη
ακούγοντας κουβέντες αιώνιων δυνάμεων
τους γοητευτικούς στο πρόσωπό σου κύκλους
Ειν’ η ουσία της νυχτερινής μου μελαγχολίας
οι χορδές που τιθασεύουν τον κρότο του Αχέροντα
τα τύμπανα που καλούν
πως το δάσος δρασκελίζει προς τα εδώ
στο Δ.
Τρίτη, 01 Σεπτεμβρίου 2009
Ονειρεμένα Γεννέθλια
Μια γρήγορη κίνηση σηκώνει το κορμί από τον καναπέ του καθημερινού,με πιασμένα πλευρά ύπνου. Η αδράνεια γράφει πάντα με το αλφάβητο της σιωπής.'' Έξυπνο αυτό'',σκέφτομαι,''να θυμάμαι να το λέω που και που,νομίζω ότι αυτή η σοφή βλακεία κολλάει παντού''.
Ένα χέρι να ζωγραφίζει κάποιο χωρίς απόκριση νεύμα στον αέρα προς αυτό το τσούρμο ανθρώπων που βόσκει και χάσκει μπροστά στην τηλεόραση και μοιάζει με οικογένεια. Διάολε,θα μπορούσε να είναι η δική μου οικογένεια,ή αυτή που ίσως δημιουργούσα αν...
Το δίλημμα ξεπερνιέται γρήγορα:με το ποτιστήρι ποτίζω πρώτα τους ανθρώπους που διακοσμούν το σαλόνι,μετά τα φυτά στο μπαλκόνι. Μπορεί η οικολογική μου συνείδηση να κάμπτεται,μπορεί και να έγινα φιλόζωος στα μισά της τρίτης δεκαετίας,μονολογώ και
χαμογελάω αδιόρατα-τόσο ώστε να μην πονάνε τα ζυγωματικά. Το νερό που κυλάει σβήνει και τα κεριά της τούρτας. Τρώω ένα κομμάτι,ταϊζω και τους υπόλοιπους.
''Γεννέθλια κι αγόρασα σκοινί,σοκολατάκια στήνω για ικρίωμα'',τραγουδούσα κάθε φορά σαν σήμερα. Αυτήν τη φορά δεν θα ανέβω εκεί πάνω,θα πέσω πιο χαμηλά και θα μικρύνω για να χωράω σε όλα όσα με ευχαριστούν και με κάνουν να γιορτάζω το ότι ζω την κάθε στιγμή. Δεν θα ξαναγράψω για ο,τι έχει να κάνει με αυτό. Δεν θα νιώσω ενοχή για τίποτα και δεν θα φταίει κανείς...Θα κόψω και τη σοκολάτα,παχαίνει.
Κατεβαίνω τις σκάλες.Ακυρώνω τα ραντεβού με τον ψυχολόγο και τους δικηγόρους.Γράφω κάτι γρήγορα στο σημειωματάριο: θα μου στείλω λουλούδια για την περίσταση,έτσι για να μη λέω πως κανείς δεν με θυμήθηκε.
Θα πάρω άλλη μια πόζα γεμάτη πρόζα μπροστά στη φωτογραφική μηχανή πριν χάσω την ταυτότητα,τα χάπια,τα διαβατήρια,τις πιστωτικές και τα καταθλιπτικά φιλμ. Μπορεί τότε να βρω κάτι. Αρκεί να ξυπνήσω ...
'' Χρόνια πολλάααααα! ''
Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009
Δικό μας
Όπως κάθε τι που δεν αφήνει ίχνη ερχομού ή προθέσεων και κάποιοι αποκαλούν ‘’αληθινό’’ . Όπως εσύ.
Συνήθιζα να παίρνω πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μου μες τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά μοιάζω με παλιάτσο πια…
Γιατί μού είναι απίστευτα δύσκολο να ακροβατώ ανάμεσα στις κορφές της σοβαρότητας και να βλέπω την άλλη πλευρά σοβαρού-αστείου πριν καλά-καλά την περάσω.
Γιατί κάπου στα μισά με τυλίγουν οι ίδιες μου οι φλόγες και πέφτω αργά και σταθερά, νομίζω αιώνια.
Και δεν φτάνει μόνο αυτό: οι ψευτορομαντικοί που γυρνούν στις εξοχές και χαζεύουν τον ουρανό κάθε νύχτα που μου συμβαίνει αυτό με κάνουν ευχή-
επίσης, με κάνουν να γελάω! Πιο πολύ με τη σιγουριά μου για όσα κουβαλάω, παρά με τη βλακεία τους.
Εσύ, μπορείς να καταλάβεις. Αλλά κάθε φορά που πάω να φτιάξω λέξεις είναι σαν να τις περιφρονώ, να τις κοροϊδεύω επειδή πάνε να πουν για σένα.
Εκείνες τις στιγμές εγκλωβίζομαι και εσύ ούτε καν φαντάζεσαι ο, τι συμβαίνει.
Αλλά μάλλον υποθέτεις πως βλέπω το χρόνο να κυλάει σταγόνα-σταγόνα στο πάνω σου χείλος και να γεμίζει τη μεγαλύτερη τάφρο της υπομονής και της ψυχραιμίας μου με ενδιαφέρον και αγωνία και αληθινό πόθο.
Κάθε μέρα μαζί σου είναι τόσο όμορφη και ξεχωριστή σαν να ήταν η τελευταία. Αυτό, το ζω και με ζει. Δεν έχει όνομα, ούτε ανταλλάσσεται.
‘’ Ευχαριστώ ‘’ δεν θα σου πω γιατί δεν θα το ήθελες.
Δεν θα μπορούσα να έχω καλύτερο δώρο μια τόσο όμορφη μέρα.
Ένα χαμόγελό σου ίσως, την ώρα που θα βρεθούμε απόψε ξανά . . .
Και ύστερα όλο τον κόσμο δικό μας.
Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009
Νέμεσις
Με φόρα.
Ξεκίνησε από μια γωνιά του Πουθενά και ανέτειλε μέσα στο σπίτι. Ένα σπίτι γκρίζο που σκέπη και πόρτες δεν είχε ποτέ.
Καμώθηκε πως δεν το διάλεξε. Κανένα καλωσόρισμα - κι όλα τα άστρα των τριγύρω γειτονιών να φέγγουν αδιάφορα, χωρίς ενθουσιασμό, όπως τα μάτια της γάτας.
Με τον καιρό συνήθισε. Ανέβηκε στη σοφίτα. Στην αρχή αργά και διστακτικά, μετά πιο γρήγορα, βιαστικά και με λαχτάρα και αγνάντευε με τις ώρες τους ανθρώπους που έμοιαζαν με μυρμήγκια. Ή μήπως τα μυρμήγκια έμοιαζαν με ανθρώπους; Όσο το σκεφτόταν, δεν έβγαινε νόημα. Μάλλον έτσι ένιωθε καλύτερα κι αυτό ήταν όλο.
Ο βρόχινος καθρέφτης μπροστά στις σκάλες στο κέντρο της σοφίτας, τον έσκιαζε - τόσον καιρό δεν είχε ακόμη συνηθίσει τη μορφή, ούτε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Όταν ήταν γεμάτος αντανακλούσε όλο του το κορμί - εκτός από τις ουλές στις παλάμες που έφτιαξε με κόπο και στοργή και ζήλεια γιατί οι φίλοι που τον επισκέπτονταν που και που είχαν πιο μεγάλες και πιο βαθιές γραμμές στα χέρια.
Ρυάκια από ζεστό αίμα έπεφταν τότε στους προχειροφκιαγμένους κέρινους τοίχους ώσπου τους παραμόρφωσαν. Ένας λαβύρινθος στάθηκε κάτω από τα πόδια του και σιγόκαιγε. ‘’Να ένας φάρος μες τη νύχτα’’ ,είπε.
Ένα ζωντανό δωμάτιο με φλέβες στεκόταν πια γύρω του. Μέσα του. Εθιζόταν. Εκείνο το καλοκαίρι σταμάτησε να βρέχει, τα αστέρια κοιμόντουσαν. Ο καθρέφτης άδειαζε.
Και τότε, ηρεμούσε. Συνήθιζε. Ένιωθε σαν όλους τους ανθρώπους. Ονόμασε αυτή του τη συνήθεια ‘’αγάπη’’, χωρίς λόγο - ίσως μόνο από γονική υποχρέωση για κάτι τόσο δικό του.
Καμιά ενόχληση από φίλους εκείνο το καλοκαίρι . . . έμενε μόνιμα στη σοφίτα. Το φως είχε μια περίεργη ασπαίρουσα, άρρωστη χροιά. Τα μυρμήγκια, κι αυτά στη θέση τους σε ένα ατέλειωτο πέρα δώθε επάνω στη Γη.
Χαμογελούσε αδιόρατα γιατί έμαθε να ξεχνάει: ξεχνούσε να πέσει από τη σοφίτα, ξεχνούσε να μετράει τις μέρες. Κρατούσε στο δεξί του χέρι μια κλεψύδρα γεμάτη με την άμμο της παραλίας που βρισκόταν έξω από το σπίτι. Άμμος χρυσή, ζεστή, γεμάτη από τα αχνάρια του. Τώρα, ένιωθε πάλι ξεχωριστός.
Ένα βράδυ άναψε ένα λυχνάρι και θέλησε να μιλήσει πάλι με τα αστέρια που τον κουβάλησαν μέχρι τη Γη. Αυτήν τη φορά τα ξόρκια εισακούστηκαν και τ’ αστέρια ξύπνησαν: άρχισε να βρέχει δαιμονισμένα. Ο καθρέφτης γέμισε. Τρόμαξε. Παραπάτησε. Το λυχνάρι έπεσε από τη σοφίτα στον κέρινο λαβύρινθο. Οι τοίχοι πυρπολήθηκαν μονομιάς. Το φλεγόμενο σπίτι πήρε φωτιά. Ο ίσκιος του ψήλωσε. Γύρισε την κλεψύδρα για να κάνει τα πάντα όπως πριν. Έσβησε τα αχνάρια του.
Καμία άλλη κίνηση.
Μονάχα φως.